Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Βουνό

Τα πετραδάκια, άλλα μικρά κι άλλα μεγαλύτερα, αραδιάζονται το ένα πάνω στ’ άλλο. Και σχηματίζουνε ένα βουνό.
Ένα βουνό πανύψηλο, τρομακτικό.
Ένα βουνό που μ’ εμποδίζει να δω τον ορίζοντα.
Να δω τον ήλιο που ανατέλει και δύει,
να δω το λαμπερό φεγγάρι,
να δω και να γευτώ την ίδια τη ζωή.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Πηλός

Κοίτα!
μαλάκωσες την πέτρα,
την έκανες πηλό

στα δυο σου χέρια
τώρα την κρατάς

Ένα μονάχα σου ζητώ

να της φερθείς καλά,
σχήμα λιτό κι αρμονικό
να της χαρίσεις.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Σιγουριά

Ξαγρύπνησα κι απόψε.
Αναρωτιόμουν πώς έγινε, εγώ η πάντα φοβισμένη, να νιώθω αυτή τη σιγουριά. Καμιά ανασφάλεια, κανένας φόβος.
Κι ας μη μιλάμε πολύ τις τελευταίες μέρες. Κι ας μη βρισκόμαστε μόνοι. Κι ας μην ανταλλάσσουμε πολλά μηνύματα.
Ξέρω. Μ’ αγαπάς όσο κι εγώ.
Ξέρω. Αυτή η αγάπη δε θα τελειώσει.
Ξέρω. Νιώθουμε ο ένας κομμάτι του άλλου.
Αυτό που δεν ξέρω είναι πώς κατάφερες να με κάνεις να νιώθω αυτή τη σιγουριά.
Σ’ευχαριστώ…

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Δίκαιο ή άδικο

Όλη τη μέρα έχω χαθεί στη δουλειά για να μη σκέφτομαι.
Να μη σκέφτομαι ότι είσαι σε απόσταση αναπνοής και όμως δεν μπροώ να σε δω.
Να μη σκέφτομαι ότι είσαι στη φάση που είσαι και όμως εμείς νιώθουμε όπως νιώθουμε.
Να μη σκέφτομαι τα χθεσινά χάδια και φιλιά μας.
Να μη σκέφτομαι την 3η Μαρτίου.
Να μη σκέφτομαι τίποτα.
Και όμως όλα τριγυρίζουν στο μυαλό μου και με ωθούν στην τρέλα.
Θέλω τόσο πολύ να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο.
Να είμαι τρελά ερωτευμένη μαζί σου.
Να σε αγαπάω χωρίς όρια.
Να κάνω παθιασμένο έρωτα μαζί σου.
Να κάνω όνειρα.
Να μη με νοιάζει ότι κι οι δυό ανήκουμε σε άλλους. Να μη με ενδιαφέρει αν είναι σωστό ή λάθος, ηθικό ή ανήθικο, δίκαιο ή άδικο.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Καθρέφτης

Κοίταξα μέσα στον καθρέφτη και είδα ένα όμορφο είδωλο να μου χαμογελά.
Μα τι κάνει στον καθρέφτη μου, σκέφτηκα. Γιατί χαμογελάει; Aφού εγώ νιώθω θλίψη.
Και σα να άκουσε τις σκέψεις μου, απάντησε: «Γιατί νιώθω όμορφα. Νίωθω γεμάτη».
Κι εγώ σκέφτηκα πάλι, μα πρέπει να νιώθεις τύψεις, ντροπή κι αηδία.
Κι αυτή γέλασε αυτάρεσκα, με κοίταξε υποτιμιτικά και σα να μου φάνηκε να λέει: «Μα τι είναι αυτά που λες;»
Και σκέφτηκα πως έχει δίκιο και έγειρα και κοιμήθηκα νιώθοντας όμορφα, νίωθοντας γεμάτη.
Κι ήρθε το πρωινό και ξανακοίταξα τον καθρέφτη και το είδωλο ήταν ακόμα εκεί.
Και εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα κατάλαβα, πως χθες το βράδυ τα ’μπλεξα και πίστεψα πως το είδωλο στον καθρέπτη ήμουν εγώ. Ανόητη που ήμουν. Αυτή ήταν μια ξένη και όχι εγώ.
Εγώ αισθάνομαι τύψεις, ντροπή, αηδία και καθόλου περήφανη για μένα.
Μα πώς τα ’μπλεξα έτσι;
Πώς έγινε και πίστεψα πως η ξένη κι εγώ είμαστε ένα;