Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Θυμός - Θάνατος - Θρήνος

Θυμός
Τις τρεις πρώτες μέρες ένας ανεξέλεγκτος θυμός. Ένας θυμός με απροσδιόριστη αιτία. Θυμός για μένα, για τους ανθρώπους, για την ίδια τη ζωή. Το κεφάλι μου παντελώς κενό από σκέψεις. Το απόλυτο τίποτα. Λες κι ένα μαγικό ραβδί άδειασε με μιας όλες τις σκέψεις. Μόνο θυμός.

Θάνατος
Την τέταρτη μέρα ανοίγω τα μάτια μου και οι σκέψεις ξεχύνονται σαν χείμαρρος. Ο αέρας μυρίζει θάνατο. Μόλις εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω τι έχει συμβεί. Ένας άγνωστος σκότωσε το άλλο μου μισό. Όπλο του, δυο προτάσεις αποτελούμενες από είκοσι λέξεις και δυο αριθμούς. Οι λέξεις χορεύουν μπρος τα μάτια μου, το στόμα μου τις επαναλαμβάνει ξανά και ξανά. Η μυρωδιά του θανάτου με πνίγει. Ας ξυπνήσω! Δεν μπορεί να είναι αλήθεια! Θεέ μου, ας είναι εφιάλτης!

Θρήνος
Κι όμως είναι αλήθεια. Σήμερα η καρδιά και το μυαλό μου άρχισαν να θρηνούν. Θρηνώ καθώς τριγυρνώ στην πόλη και κάθε σημείο τον θυμίζει. Θρηνώ το φίλο που έχασα. Θρηνώ σαν θυμάμαι τα λόγια του. Θρηνώ όταν ο δολοφόνος του, με προσεγγίζει με θράσος.
Ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστεύτηκα απόλυτα στη ζωή μου, που του δόθηκα πραγματικά ολοκληρωτικά, ΠΕΘΑΝΕ.
Γι’ αυτό θρηνώ. Γιατί το θάνατο, δεν μπορεί να τον νικήσει ούτε η αγάπη.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Θα μπορούσα να σε μισήσω, χαλαρά και εύκολα.

Όλοι έχουμε μέσα μας, έναν καλό κι έναν κακό εαυτό. Όσο πιο δυνατός και μεγάλος είναι ο ένας, τόσο πιο αδύναμος και συρρικνωμένος είναι ο άλλος.
Κάποιοι με αδιάκοπο κόπο και δυσκολία, γιατί το καλό είναι πάντα πιο δύσκολο από το κακό, έχουν «έξω» τον καλό τους εαυτό. Τον άλλο, τον κακό, τον έχουν καταχωνιασμένο σε μια γωνιά. Κι είναι αυτοί, που αξίζουν το θαυμασμό μας.
Κάποιοι άλλοι, η πλειοψηφία ίσως, δυσκολεύονται να κρατήσουν τον κακό εαυτό τους «κλειδωμένο». Έτσι, υπάρχει μια συνεχής μάχη του κακού με τον καλό. Πολύ ψυχοφθόρο και κουραστικό να πολεμάς συνέχεια. Αυτοί λοιπόν, αξίζουν τη συμπόνια και τη συμπαράστασή μας.
Τέλος, υπάρχουν αυτοί που είναι σαν εσένα, που έχεις συρρικνώσει τον καλό σου εαυτό (αναρωτιέμαι αν έχει μείνει τίποτα) τόσο πολύ, που η μόνη σου χαρά είναι να κάνεις κι άλλους σαν εσένα. Κι όσους περισσότερους κάνεις, τόσο θεριεύει ο κακός σου εαυτός. Αυτοί, αξίζετε τον οίκτο μας.

Γι’ αυτό, παρότι μαζί σου έβγαλα στην επιφάνεια το χειρότερό μου εαυτό, δεν σε μισώ. Σε λυπάμαι.

Τι χωρίζει;

Το θαυμασμό από την απαξίωση;
Τη λατρεία από την αποστροφή;
Την αφοσίωση από την απάρνηση;
Την εμπιστοσύνη από τη δυσπιστία;
Το απόλυτο δόσιμο από την πλήρη απομάκρυνση;
Την αγάπη από το μίσος;

Ένα τόσο δα λεπτό, μια στιγμή.

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Και τώρα;

Αφόρητος ο πόνος.
Δεν άντεξα να μην του δείξω το ξεριζωμένο κομμάτι της καρδιάς μου.
Κι εκείνος, έσκυψε, το μάζεψε και το ξανάβαλε στη θέση του.
Τα λόγια του βελόνα, το βλέμμα του κλωστή.
Το μπάλωσε όπως-όπως. Όσο καλύτερα μπορούσε!!!
Και τώρα θα περιμένουμε, μου είπε.
Μειώθηκε ο πόνος, στέγνωσαν και τα δάκρυα.
Ας περιμένουμε λοιπόν. Αλλά, πρόσεχε αγάπη μου γιατί η πληγή είναι νωπή κι εύκολα πονάει. Να με προσέχεις και να μ'αγαπάς. Ποτέ μην το ξεχάσεις.

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Το βουνό

Με πήρες από το χέρι, με κοίταξες στα μάτια και μου έδειξες το βουνό. Ήταν ψηλό κι απειλητικό, αλλά άφησες να εννοηθεί ότι στην κορυφή βρισκόταν η ευτυχία. Κι εγώ το πίστεψα.
Τα παιδιά πιστεύουν στα παραμύθια!

Έτσι, κρατημένοι χέρι-χέρι, κοιτώντας ο ένας τον άλλο στα μάτια ξεκινήσαμε την πορεία μας.
Tι θαύμα! Είχαμε ακριβώς τον ίδιο βηματισμό, κουραζόμασταν και σταματούσαμε να ξαποστάσουμε ακριβώς την ίδια στιγμή, νιώθαμε να πετάμε και επιταχύναμε το βήμα μας ταυτόχρονα. Στα δύσβατα σημεία, σφίγγαμε τα χέρια, ξανακοιταζόμαστε βαθιά στα μάτια και συνεχίζαμε.
Κάποια στιγμή μου άφησες το χέρι, κι εγώ φοβήθηκα. Γύρισα, σε κοίταξα, είδα ότι με κοιτάς στα μάτια κι αμέσως ηρέμησα. Και συνεχίσαμε, και πότε μου πιανες το χέρι, πότε τ’ άφηνες. Λαχανιασμένοι αλλά χαρούμενοι, ανεβήκαμε κάμποσο. Αρκετά ψηλά ή χαμηλά δεν μπορώ να πω, γιατί η κορυφή του βουνού ήταν κρυμμένη στα σύννεφα και δεν ξέρω πόσο απείχαμε.
Και ξάφνου γύρισες και κοίταξες πίσω για να δεις αυτά από τα οποία απομακρυνόσουν. Σιγά – σιγά σταμάτησες να κοιτάς προς την κορυφή και κοίταζες όλο και συχνότερα πίσω. Άρχισες να επιβραδύνεις το βήμα σου, ενώ εγώ συνέχιζα με τον ίδιο ενθουσιώδη ρυθμό. Ήθελα να σταματήσω και να σε περιμένω, αλλά δεν μπορούσα. Για μένα μετράει ο προορισμός, για σένα ίσως το ταξίδι. Άρχισες να κάνεις μικρά βήματα πίσω, ενώ εγώ συνέχιζα με μεγάλα βήματα εμπρός.
Έτσι σταματήσαμε να πορευόμαστε μαζί! Βρεθήκαμε, εγώ μόνη εκεί πάνω, στη μέση του πουθενά κι εσύ κάπου πιο πίσω να ταλαντεύεσαι μεταξύ του μπρος και του πίσω.

Φοβάμαι μόνη μου εδώ πάνω. Είναι τρομακτικά! Πρέπει να γυρίσω πίσω κι εγώ. Απαράβατος κανόνας: Στην κορυφή βρίσκεται η ευτυχία όταν φτάνουν κι οι δυο. Αν φτάσει ο ένας, μόνο δυστυχία θα βρει.
Έμεινα μόνη μου εδώ πάνω κι όταν πέφτει η νύχτα είναι ακόμα πιο επικίνδυνα. Αγρίμια οι σκέψεις μου, ορμάνε και ξεσκίζουν την καρδιά μου. Πρέπει να φύγω γρήγορα. Κινδυνεύω. Δεν θα πάρω το μονοπάτι γιατί είναι μακρύ. Θα επιστρέψω από τη σκληροτράχηλη πλαγιά. Θα πληγωθώ, θα ματώσω αλλά έτσι θα φτάσω πιο γρήγορα στην ασφάλεια που με περιμένει κάτω.
Ξέρω ότι κάτω δεν θα βρω ούτε ευτυχία, ούτε δυνατές συγκινήσεις, ούτε πάθος, ούτε την ολοκλήρωση. Αλλά τουλάχιστον είναι ακίνδυνα.

Δυστυχία

Θυμάμαι που είπες ότι θέλεις να με κάνεις ευτυχισμένη. Κι ήταν τέτοια η δίψα μου για αγάπη και ευτυχία που πίστεψα ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο.
Όμως στην αναζήτηση της ευτυχίας, διάβηκα δρόμους δύσβατους, έπραξα αντίθετα με τα πιστεύω μου και τελικά συνάντησα τη δυστυχία.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Αν γύριζε ο χρόνος πίσω

Τι θα ‘κανα; Θ’ άλλαζα κάτι;
Ή μήπως θ’ άφηνα τα πράγματα να επαναληφθούν;
Θ’ άφηνα τον εαυτό μου να σε αγαπήσει και να σ’ ερωτευτεί ξανά;
Ή θα τράβαγα μια απαγορευτική γραμμή;
Τίποτα δεν ξέρω πια.

Κάθε μέρα που περνάει, το κουβάρι μπερδεύεται όλο και περισσότερο.